Κάνουμε μια περιδιάβασή στο ιστολόγιο των φίλων μας, από το 6ο Λύκειο Καλλιθέας, για τη Λογοτεχνία της κατεύθυνσης και μια στάση τέρψης της πολύ ωραίας ανάρτησής τους με τίτλο:"Μια ερμηνευτική προσέγγιση του Γας Ομφαλός, της Κικής Δημουλά, μέσα από τη λειτουργία της υποβολής".
Γιάννης Ρίτσος, Δελφοί (απόσπασμα)
[Ένας γέρος οδηγός αρχαιοτήτων μιλάει σ’ ένα
νέο επίσης οδηγό αρχαιοτήτων]
[Ένας γέρος οδηγός αρχαιοτήτων μιλάει σ’ ένα
νέο επίσης οδηγό αρχαιοτήτων]
Κουράστηκα σήμερα πολύ· – βλέπεις κι ετούτη η ζέστη· – όλα τα χρόνια κουράστηκα
ανεβοκατεβαίνοντας απ’ το Γυμνάσιο στο Μουσείο, απ’ το Μουσείο στο Θέατρο,
απ’ το Θέατρο στο Στάδιο κι ανάστροφα. Κουράστηκα να δείχνω
δίχως να βλέπουν· να μιλώ δίχως ν’ ακούν. ΄Ισως γιατί ’μαι γέρος. Μα, το ξέρω,
τίποτα κι από σένα δεν άκουσαν κι ας κοιτούσαν τα χείλη σου. Ίσως μάλιστα
εσένα να σ’ άκουσαν λιγότερο, επειδή σε προσέχανε.
Κουράστηκα να περπατώ πέρα-δώθε στην Ιερά Οδό στη Στοά των Αθηναίων,
στην Κρήνη, στο Ναό του Απόλλωνα, στο χώρο των Κιόνων,– κουράστηκα
σάμπως να περπατάω αιώνες. Θαρρώ πως ανήκω
στην οικογένεια κι εγώ των αγαλμάτων, πως έχω τα χρόνια τους
και πιότερο ακόμη.
Τούτη η κούραση μόνο
μου απομένει δική μου, – και μ’ αρέσει· – τι άλλο να πούμε;
Τι λίγο που κρατάνε – όχι μονάχα οι ανθρώποι, μα και τ’ αγάλματα, οι πέτρες.
Ερείπια. Ερείπια. Πόλεμος πάνω στον πόλεμο.
Φωτιά, σεισμός, λεηλασία. Κι ύστερα η γαλήνη
των ερειπίων, καθησυχαστική, παρηγορητική, ατελεύτητη. Ανεβαίνεις
τον έρημο ανήφορο ως το Στάδιο· μια πέτρα κατρακυλάει σ’ ένα βάθος απίθανο, αφήνοντας
μιαν οπή στον αέρα δίχως αντήχηση· – μπορείς να χώσεις
εκεί μέσα το χέρι σου σαν κάτω απ’ το προσκέφαλό σου. Τίποτα.
Πηγμένη σιγαλιά σ’ όλο το μάκρος των κερκίδων.
Μόνο ο δυνάστης ήλιος, παντεπόπτης αδιάφορος, μπορεί και χαιρέκακος,
δείχνει απερίφραστα τ’ ακρωτηριασμένα μάρμαρα κάθε μέρα πιο μέσα.
(1961-1962)
ανεβοκατεβαίνοντας απ’ το Γυμνάσιο στο Μουσείο, απ’ το Μουσείο στο Θέατρο,
απ’ το Θέατρο στο Στάδιο κι ανάστροφα. Κουράστηκα να δείχνω
δίχως να βλέπουν· να μιλώ δίχως ν’ ακούν. ΄Ισως γιατί ’μαι γέρος. Μα, το ξέρω,
τίποτα κι από σένα δεν άκουσαν κι ας κοιτούσαν τα χείλη σου. Ίσως μάλιστα
εσένα να σ’ άκουσαν λιγότερο, επειδή σε προσέχανε.
Κουράστηκα να περπατώ πέρα-δώθε στην Ιερά Οδό στη Στοά των Αθηναίων,
στην Κρήνη, στο Ναό του Απόλλωνα, στο χώρο των Κιόνων,– κουράστηκα
σάμπως να περπατάω αιώνες. Θαρρώ πως ανήκω
στην οικογένεια κι εγώ των αγαλμάτων, πως έχω τα χρόνια τους
και πιότερο ακόμη.
Τούτη η κούραση μόνο
μου απομένει δική μου, – και μ’ αρέσει· – τι άλλο να πούμε;
Τι λίγο που κρατάνε – όχι μονάχα οι ανθρώποι, μα και τ’ αγάλματα, οι πέτρες.
Ερείπια. Ερείπια. Πόλεμος πάνω στον πόλεμο.
Φωτιά, σεισμός, λεηλασία. Κι ύστερα η γαλήνη
των ερειπίων, καθησυχαστική, παρηγορητική, ατελεύτητη. Ανεβαίνεις
τον έρημο ανήφορο ως το Στάδιο· μια πέτρα κατρακυλάει σ’ ένα βάθος απίθανο, αφήνοντας
μιαν οπή στον αέρα δίχως αντήχηση· – μπορείς να χώσεις
εκεί μέσα το χέρι σου σαν κάτω απ’ το προσκέφαλό σου. Τίποτα.
Πηγμένη σιγαλιά σ’ όλο το μάκρος των κερκίδων.
Μόνο ο δυνάστης ήλιος, παντεπόπτης αδιάφορος, μπορεί και χαιρέκακος,
δείχνει απερίφραστα τ’ ακρωτηριασμένα μάρμαρα κάθε μέρα πιο μέσα.
(1961-1962)

